Τα Αρχαία Στάγειρα – Σύντομο Ιστορικό

Ο αρχαιολογικός χώρος των Σταγείρων βρίσκεται σε μια παράκτια τοποθεσία και σε απόσταση 400 μέτρων περίπου νοτιοανατολικά από την σημερινή κοινότητα της Ολυμπιάδας Χαλκιδικής.

Η πόλη ιδρύθηκε περίπου το 650 π.Χ. από Ίωνες αποίκους της νήσου Άνδρου, ενώ λίγο αργότερα εγκαταστάθηκαν στον ίδιο χώρο και Χαλκιδείς άποικοι. Την ίδια περίοδο οι Άνδριοι ίδρυσαν τρεις ακόμη αποικίες στην ευρύτερη περιοχή, την Άργιλο (περιοχή Ασπροβάλτας) την Άκανθο (περιοχή Ιερισσού) και τη Σάνη (περιοχή Ν. Ρόδων).

Τα Στάγειρα πρέπει να γνώρισαν μεγάλη ακμή, στην κλασική κυρίως περίοδο, χάρη των επιδέξιων ίσως πολιτικών ελιγμών που επιχείρησαν οι Σταγειρίτες μεταξύ των ισχυρών και αντίπαλων στρατοπέδων Αθήνας και Σπάρτης. Αργότερα προσχώρησαν στο Κοινό των Χαλκιδέων, στην συνομοσπονδία δηλ. όλων των πόλεων της Χαλκιδικής, που είχε έδρα την Όλυνθο.

Το 349 π.Χ. η πόλη των Σταγείρων πολιορκήθηκε και καταλείφθηκε από το βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Β′, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα, συναίνεσε στην επανίδρυση της, χάριν του Σταγειρίτη Αριστοτέλη, που διετέλεσε μεταξύ άλλων και δάσκαλος του γιού του Αλεξάνδρου. Ωστόσο η δολοφονία του Φιλίππου (336π.Χ.), η απομάκρυνση του Αριστοτέλη από την Μακεδονία και η εγκατάστασή του στην Αθήνα (335π.Χ.), καθώς και ο άωρος θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου (323π.Χ.), φαίνεται να σηματοδότησαν την αρχή της οριστικής παρακμής της, η οποία έκτοτε δεν κατάφερε να ανακτήσει την παλιά της αίγλη.

Οι συστηματικές ανασκαφικές έρευνες που διενεργήθηκαν κατά τα έτη 1990 − 1999 έφεραν στην επιφάνεια πολλά και εντυπωσιακά ευρήματα από την γενέθλια γη του Σταγειρίτη φιλοσόφου. Σήμερα ο επισκέπτης των Σταγείρων, μπορεί να περιηγηθεί σε ένα καλαίσθητα διαμορφωμένο αρχαιολογικό χώρο και να απολαύσει εκτός από τα ‘’εύκοσμα’’ και εμβληματικά χερσαία τείχη, πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία από τον ιστό της πόλης, όπως βουλευτήριο, αγορά, ιερά, οικία, καθώς και το ταφικό μνημείο του Αριστοτέλη. Πρόκειται για ένα μοναδικό αψιδωτό οικοδόμημα, ελληνιστικών χρόνων, που σύμφωνα και με τον ανασκαφέα του χώρου κ. Σισμανίδη, και τα τεχνοδομικά του χαρακτηριστικά, πρέπει να ταυτίζεται με το μνημείο – ηρώο[1] του Αριστοτέλη

Ο Αριστοτέλης και το πολιτικό του όραμα  

Στην πόλη των Σταγείρων το έτος 384 π.Χ. γεννήθηκε ο μέγιστος των φιλοσόφων Αριστοτέλης. Σε ηλικία 18 ετών μεταβαίνει  στην Αθήνα, όπου για 20 σχεδόν χρόνια φοιτά στην Ακαδημία του Πλάτωνα. Μετά από τον θάνατο του δασκάλου του, το 347 π.Χ. μεταβαίνει στην Άσσο της Μικράς Ασίας, μάλλον απογοητευμένος από την διαδικασία της διαδοχής, καθώς τη διεύθυνση της Ακαδημίας αναλαμβάνει αυτόκλητα ο συγγενής (ανιψιός) του Πλάτωνα και υποδεέστερος κατά τη φιλοσοφική κατάρτιση, Σπεύσιππος. Στη Μ. Ασία ιδρύει τη δική του φιλοσοφική σχολή, επεκτείνοντας τη δράση του και στη Μυτιλήνη. Εκεί γνωρίζεται και συνεργάζεται με το φιλόσοφο Θεόφραστο, με τον οποίο συμπορεύεται τόσο στη Μακεδονία όσο και στην Αθήνα. Ο Αριστοτέλης, όντας στην Μ. Ασία, βρίσκεται ταυτόχρονα και συνεργάζεται για 3 – 4 χρόνια, με τον φίλο του και ΄΄τύραννο΄΄ των Αταρνών Ερμεία. Συμβάλλοντας όχι μόνο στο να καταστεί η ‘’τυραννία’’ του Ερμεία δικαιότερη, αλλά επιφέροντας και ευμάρεια στην πατρίδα του. Η σύμπραξη αυτή, μπορεί να θεωρηθεί και ως μία έμπρακτη εφαρμογή του δικού του πολιτικού ιδεολογήματος, περί της ‘’ιδανικής’’ πολιτείας, στην πόλη των Αταρνών. Το διάστημα μάλιστα αυτό παντρεύεται την Πυθιάδα, που ήταν ανιψιά και θετή κόρη του Ερμεία.   

Ο πολυπράγμων Φίλιππος, ως φίλος και σύμμαχος επίσης του Ερμεία, γνωρίζει προφανώς για την παραμονή και την πολυσχιδή δράση (επί παντός του επιστητού) του Αριστοτέλη στη Μικρά Ασία.  Φαίνεται μάλιστα ότι σε μια από τις επαφές του με τον Ερμεία, προσεγγίζει τον Αριστοτέλη, συνδιαλέγεται μαζί του  και τον καλεί στη Πέλλα, το 342 π.X.

Την περίοδο αυτή η πολιτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη, ως λογικός στοχασμός είναι μια νέα αντίληψη, ιδιαίτερα χρήσιμη για τη λήψη ορθών πολιτικών αποφάσεων. Σημαντικότατη και απαραίτητη προϋπόθεση, για την άσκηση μιας πολυδιάστατης, εθνικά στοχευμένης, και ενωτικής πολιτικής, όπως είναι αυτή, που επιχειρεί να υλοποιήσει ο Φίλιππος.  Κατ’ αυτή την έννοια, ο Αριστοτέλης δεν πρέπει να καλείται, ούτε έρχεται μόνο ως παιδαγωγός του Αλέξανδρου, όπως είναι γνωστό. Έρχεται κατά πάσα πιθανότητα,  αποδεχόμενος κάποιον ρόλο ‘’ειδικού συμβούλου’’ και γι’ αυτό παραμένει στη Μακεδονία μέχρι το θάνατο του Φιλίππου Β΄ το 336 π.Χ., συμβάλλοντας και επηρεάζοντας πολλαπλά στη διαμόρφωση της εθνικής πολιτικής του κραταιού  άνακτα.

(Το σκεπτικόαυτό επαληθεύεται ιστορικά, καθώς γνωρίζουμε ότι ενώ οι εκπαιδευτικές υποχρεώσεις του Αριστοτέλη ως προς τον Μ Αλέξανδρο, ολοκληρώνονται τα επόμενα 2-3 χρόνια από την έλευσή του, ο ίδιος όμως  παραμένει στη Μακεδονία (για τα επόμενα 3-4) μέχρι δηλαδή τη δολοφονία του Φιλίππου. Παρόλο που οι συνθήκες για επάνοδο και φιλοσοφική δράση τόσο στη Μ. Ασία, κυρίως όμως στην Αθήνα (μετά τη μάχη της Χαιρώνειας 338 π.Χ.), ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές. Ταυτόχρονα όμως η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται και από τα αποκαλυπτικά αρχαίο-δομικά ευρήματα των Σταγείρων που υλοποιούνται στην ευαίσθητη περιοχή των ιερών και της διοίκησης. Οι πολυσήμαντες (δια των τειχών) παρεμβάσεις είναι προφανές ότι δεν εναρμονίζονται ούτε συνηγορούν με τον απλοϊκό συλλογισμό που θέλει τον Αριστοτέλη να αποδέχεται και να ‘’εξαγοράζει’’ την έλευσή του στην Πέλλα, με μια απλή, συμβατική και άνευρη οικοδομική εργασία αναδόμησης της πατρίδας του. Τα παραπάνω γεγονότα (ιστορικά και αρχαίο-δομικά) συγκλίνουν, αποκαλύπτουν και ταυτόχρονα επιβεβαιώνουν το πραγματικό κίνητρο, όχι μόνο της έλευσης, αλλά και της πολλαπλής δράσης και προσφοράς του Αριστοτέλη, κατά την παραμονή του στη βασιλική αυλή του Φιλίππου).

Την εποχή αυτή, η  ιδέα  της  δημιουργίας  του «κοινού των Ελλήνων», της ενοποίησης δηλαδή όλων των Ελλήνων έναντι των Περσών, που είχε ήδη διατυπωθεί και λίγο παλαιότερα, (Δημάρατος, Ισοκράτης[2], Λυσίας  κ. λ. π.) δεν αποτελεί άγνωστη έννοια για το Φίλιππο. Δεν απέχει όμως και από όσα πρεσβεύει ο Αριστοτέλης.

 Διαβάζουμε στα «Πολιτικά» του: «Το Ελληνικόν όμως γένος, … και θυμικόν έντονον και οξείαν την διάνοιαν έχει, διό ακριβώς και ελεύθερον διατελεί και βέλτιστα πολιτεύεται και εάν ετύγχανεν ενιαίου πολιτικού βίου[3], ηδύνατο παντός του ανθρωπίνου γένους να άρχει.»  («Πολιτικά» βιβλίο VII κεφ. VI παρ.2. σελ. 664).

Ο Φίλιππος μετά τη νικηφόρο μάχη της Χαιρώνειας (338π.Χ.), παρόλο που ήταν ο απόλυτος άρχων, δεν επιδιώκει την επιβολή της κυριαρχίας του, τιμωριτικά και με τη χρήση βίας. Ούτε με αναγκαστικούς φόρους ή άλλου είδους υποτέλειες. Επιδιώκει την άσκηση μιας πολυδιάστατης και εθνικά ενωτικής πολιτικής, καθώς θέτει υπό την ‘’ηγεμονία’’ του, την ιδέα της δημιουργίας του «κοινού των Ελλήνων». Την ενοποίηση δηλαδή όλων των Ελλήνων έναντι των Περσών.

Τα αποκαλυπτικά αρχαίο-δομικά ευρήματα των Σταγείρων 

Το τεχνικό αποτύπωμα του Αριστοτέλη

Ο ευφυής βασιλιάς, εκτός από τη δύναμη των όπλων και της διπλωματίας, τα οποία γνωρίζει και χρησιμοποιεί άριστα, φαίνεται ότι δέχεται προτάσεις και αξιοποιεί και άλλα μέσα και τεχνικές, όπως την πολεοδομία και γενικότερα την αρχιτεκτονική (που αποτελούν κατά πάσα πιθανότητα, εισηγήσεις του Αριστοτέλη), για την εξυπηρέτηση των εν λόγω πολιτικών του επιδιώξεων.

Όπως προκύπτει από τα πρόσφατα ανασκαφικά δεδομένα του αρχαιολογικού χώρου των Σταγείρων, ο Αριστοτέλης, ως φορέας και υποστηρικτής αυτών των ιδεώνσυνεργάζεται, συμβουλεύει,πείθει καιεξασφαλίζει την συγκατάθεση του Φιλίππου, όχι μόνο για την αναδόμηση της πατρίδα του, αλλά και για την έναρξη μιας γενικότερης εθνικής πολιτικής (έστω και πειραματικά), προκειμένου να επιτευχθεί ο κυρίαρχος στόχος, της  συνένωσης του ‘’γένους’’ των Ελλήνων. Προφανώςμε την πλέον ανώδυνη, ειρηνική και συμβατή με τα δεδομένα κάθε τόπου, διαδικασία.

Το καλαίσθητο χερσαίο τείχος των Σταγείρων, το οποίο ανακατασκευάζεται την περίοδο αυτή, παρατηρούμε ότι όταν φτάνει στην ευαίσθητη περιοχή των ιερών και της διοίκησης, να ελίσσεται με ιδιαίτερη τόλμη και επιδεξιότητα καταργώντας, περιορίζοντας, αλλά και αναδεικνύοντας χρήσεις και λειτουργίες, που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τους βασικούς θεσμούς εξουσίας της πόλης, όπως είναι η θρησκεία και το κράτος. (βλ. εικόνες)

Οι επεμβάσεις αυτές (δια των τειχών), καθώς δεν υφίστανται εδαφοτεχνικοί και αμυντικοί λόγοι που να τις επιβάλουν, κατά πάσα πιθανότητα αποβλέπουν στον ανασχεδιασμό και την αναδιάταξη του χώρου, με απώτερο στόχο την επιρροή στις κυρίαρχες δομές και στους μηχανισμούς λειτουργίας της πόλης – κράτους.

Ακόμη και η κατασκευή του κυκλικού σχήματος Θεσμοφορίου, (ιερό της θεάς Δήμητρας), δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαία επιλογή, όταν μάλιστα παρόμοιο ιερό κατασκευάζεται ταυτόχρονα και στην Πέλλα. Ακόμη, η επιλογή ενός κυκλικού σχήματος ιερού, ως αίσθηση και σύμβολο της τάξης, της ισορροπίας, της ολότητας, και της ενότητας, ίσως να αποτελεί και αυτό μια συνειρμική έκφραση της επιχειρούμενης συγχώνευσης των ποικίλων θρησκευτικών μορφών, κάτω από μία κυρίαρχη και ομόκεντρα ιεραρχημένη θρησκευτική ή και πολιτική εξουσία. 

Φαίνεται δηλαδή ότι οι στοχευμένες πολεοδομικές και οι αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις, σε ένα δομημένο χώρο, είναι τα νέα ισχυρά όπλα, που προστίθενται στη πολιτική φαρέτρα του Μακεδόνα βασιλιά. Αποτελούν ίσως το δυναμικό εργαλείομέσον, που θα ενεργοποιήσει τους μηχανισμούς υλοποίησης αυτού του οράματος. Είναι τα νέα δεδομένα που θα επιφέρουν μια άλλη μορφή οργάνωσης του κοινωνικού χώρου. Είναι αυτά που θα διαμορφώσουν τη βάση, το θεμέλιο, πάνω στο οποίο αναμένεται να αναγεννηθούν ή να μεταλλάξουν οι υπάρχουσες πολύμορφες πολιτικό-θρησκευτικές  σχέσεις, οι ιδέες και οι θεσμοί μιας πόλης.

Άρα, οι συγκεκριμένες πολεοδομικές-αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις των Σταγείρων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προέκυψαν τυχαία, χωρίς δηλαδή κάποιο φιλοσοφικό, λογικό και ιδεολογικό υπόβαθρο. Είναι ενέργειες προφανώς στοχοθετημένες και καλά μελετημένες, που υλοποιούνται με την έγκριση, και την οικονομική υποστήριξη του Φιλίππου και έχουν εξασφαλισμένη την καθοδήγηση, τον σχεδιασμό, και την φυσική επίβλεψη του Αριστοτέλη.

 Ως εκ τούτου, ο χώρος των Σταγείρων, πέρα από τη σημαντικότητα που εμπεριέχει, ως η γενέθλια πόλη του Αριστοτέλη, αποκτά μια πρόσθετη υπεραξία, καθώς τα ίχνη της συμπόρευσης του Αριστοτέλη και του Φιλίππου  (342 έως και το 336 π.Χ.) είναι πλέον απτά, ορατά και διάχυτα στο χώρο. 

Ταυτόχρονα όμως, τα νέα αρχαίο-δομικά δεδομένα, έρχονται να ρίξουν φως, σε μια αθέατη μέχρι πρότινος πλευρά, της ιστορικής αυτής περιόδου, προσφέροντας χρήσιμα και μοναδικά στοιχεία, όχι για τη θεωρητική, αλλά για την έμπρακτη και εφαρμοστέα πλέον πολιτική και φιλοσοφική σκέψη και δράση του Αριστοτέλη.

 Γιαννάκης Ιωάννης,

 Αρχιτέκτων Μηχανικός

 Υπεύθυνος αναστηλωτικών εργασιών  αρχαιολογικού χώρου Αρχαίων Σταγείρων. 

                     Πορεία του τείχους στην ‘’ευαίσθητη’’ περιοχή των ιερών και της διοίκησης.


[1] Κ. Σισμανίδη, «Ο τάφος του Αριστοτέλη στα αρχαία Στάγειρα», Πανελλήνιο Επιστημονικό Συμπόσιο της Εταιρείας      Μακεδονικών Σπουδών ‘’Αριστοτέλης παιδεία, πολιτισμός, πολιτική’’ 18,19,20-11- 2016, Θεσσαλονίκη.

Θεσσαλονίκη 2018, 253-270.

 ** Η εικόνα της πλημμελούς εργασίας και της άτεχνης κατασκευής του ηρώου-μνημείου, πέρα από την αιτιολογημένη επίσπευση των εργασιών για την ολοκλήρωση του, επιβεβαιώνει και την εποχή της υλοποίησης του, η οποία αντανακλά παραστατικότατα την περίοδο που έχει ήδη ξεκινήσει η παρακμή και γενικότερα η οικονομική καθίζηση της πόλης.

[2] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, οι διαχρονικά διατυπωμένες ρητορικές αναφορές του Ισοκράτη, όσο και οι αντίστοιχου περιεχομένου επιστολές του, προς τον Φίλιππο.

[3] Σε πιο απλά ελληνικά: αν ήταν ενωμένο πολιτικά.